εναλλάσσω


εναλλάσσω
[эналласо] р. чередовать, сменять,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εναλλάσσω" в других словарях:

  • ἐναλλάσσω — exchange pres subj act 1st sg ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st sg ἐναλλάσσω exchange pres subj act 1st sg ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εναλλάσσω — (AM ἐναλλάσσω, Α αττ. τ. ἐναλλάττω) νεοελλ. 1. αλλάζω αμοιβαία, διαδοχικά 2. εκτελώ κάτι μαζί με άλλον, διαδοχικά, εκ περιτροπής 3. διαδέχομαι άλλον στη σειρά 4. (αμτβ.) αντικαθιστώ 5. (η παθ. μτχ. ενεστ. ως επίθ.) εναλλασσόμενος, η, ο 1. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • εναλλάσσω — ενάλλαξα, εναλλάχτηκα, εναλλαγμένος, μτβ. 1. αλλάζω αμοιβαία, αλλάζω διαδοχικά: Στη ζωή εναλλάσσεται η χαρά και η λύπη. 2. εκτελώ κάτι μαζί με κάποιον άλλο διαδοχικά: Εναλλάσσω υπηρεσία με το συνάδελφό μου. 3. το ουδ. της μτχ. παθ. ενεστ. ως ουσ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐναλλάξω — ἐναλλάσσω exchange aor subj act 1st sg ἐναλλάσσω exchange fut ind act 1st sg ἐνᾱλλάξω , ἐναλλάσσω exchange aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἐναλλάσσω exchange aor subj act 1st sg ἐναλλάσσω exchange fut ind act 1st sg ἐνᾱλλάξω , ἐναλλάσσω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναλλάσσῃ — ἐναλλάσσω exchange pres subj mp 2nd sg ἐναλλάσσω exchange pres ind mp 2nd sg ἐναλλάσσω exchange pres subj act 3rd sg ἐναλλάσσω exchange pres subj mp 2nd sg ἐναλλάσσω exchange pres ind mp 2nd sg ἐναλλάσσω exchange pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναλλάττῃ — ἐναλλάσσω exchange pres subj mp 2nd sg (attic) ἐναλλάσσω exchange pres ind mp 2nd sg (attic) ἐναλλάσσω exchange pres subj act 3rd sg (attic) ἐναλλάσσω exchange pres subj mp 2nd sg (attic) ἐναλλάσσω exchange pres ind mp 2nd sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναλλάξομεν — ἐναλλάσσω exchange aor subj act 1st pl (epic) ἐναλλάσσω exchange fut ind act 1st pl ἐναλλάσσω exchange aor subj act 1st pl (epic) ἐναλλάσσω exchange fut ind act 1st pl ἐνᾱλλάξομεν , ἐναλλάσσω exchange futperf ind act 1st pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναλλάσσομεν — ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st pl ἐνᾱλλάσσομεν , ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 1st pl (doric aeolic) ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st pl ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 1st pl (homeric ionic) ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 1st… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναλλάττομεν — ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st pl (attic) ἐνᾱλλάττομεν , ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 1st pl (attic doric aeolic) ἐναλλάσσω exchange pres ind act 1st pl (attic doric aeolic) ἐναλλάσσομεν , ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλλασσε — ἐναλλάσσω exchange pres imperat act 2nd sg ἐνά̱λλασσε , ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἐναλλάσσω exchange pres imperat act 2nd sg ἐναλλάσσω exchange imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) ἐναλλάσσω exchange imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)